Μετάφραση του "muzzle" σε Ελληνικά

Οι φίμωτρο, ρύγχος, φιμώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "muzzle" σε Ελληνικά.

muzzle verb noun γραμματική

the protruding part of many animal's head which includes nose, mouth and jaws; snout [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φίμωτρο

    noun neuter

    device to stop an animal from biting

    She's got a muzzle on her face and her hands are tied behind her back.

    Έχει φίμωτρο στο πρόσωπό της και τα χέρια είναι δεμένα.

  • ρύγχος

    noun neuter

    part of animal's head

    And they use a red hot iron needle to make a hole through the muzzle.

    Και χρησιμοποιούσαν μια κόκκινη σιδερένια βελόνα για να κάνουν μια τρύπα στο ρύγχος τους.

  • φιμώνω

    verb

    I practically have to muzzle him every night.

    Κυριολεκτικά πρέπει να τον φιμώνω κάθε βράδυ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μουσούδι
    • άβυσσος
    • μουσούδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " muzzle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "muzzle"

Φράσεις παρόμοιες με "muzzle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "muzzle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη