Μετάφραση του "muzzling" σε Ελληνικά

Το φίμωση είναι η μετάφραση του "muzzling" σε Ελληνικά.

muzzling noun verb γραμματική

Present participle of muzzle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φίμωση

    noun

    The new draft law on the press which the government is preparing to introduce aims to muzzle the press.

    Το νέο νομοσχέδιο που σπεύδει να καταθέσει η κυβέρνηση αποσκοπεί στη φίμωση του τύπου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " muzzling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "muzzling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στόχαστρο
  • άβυσσος · μουσούδα · μουσούδι · ρύγχος · φίμωτρο · φιμώνω
  • εμπροσθογεμές όπλο
  • άβυσσος · μουσούδα · μουσούδι · ρύγχος · φίμωτρο · φιμώνω
  • άβυσσος · μουσούδα · μουσούδι · ρύγχος · φίμωτρο · φιμώνω
  • άβυσσος · μουσούδα · μουσούδι · ρύγχος · φίμωτρο · φιμώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "muzzling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη