Μετάφραση του "networking" σε Ελληνικά

Οι δικτύωση, δικτύωμα, κοινωνική δικτύωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "networking" σε Ελληνικά.

networking noun verb γραμματική

Present participle of network. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικτύωση

    noun feminine

    meeting new people [..]

    - networking of bodies active in the cultural field,

    - δικτύωση των οργανισμών που δραστηριοποιούνται στον πολιτιστικό τομέα,

  • δικτύωμα

    noun neuter

    computer network [..]

    Among the network of creeks, the Ijaw-speaking people virtually live in the water.

    Ανάμεσα στο δικτύωμα των ρυακιών, ο λαός που μιλά τη γλώσσα Ιτζάου ουσιαστικά ζη στο νερό.

  • κοινωνική δικτύωση

  • δικτυώνομαι

    noun

    computer network

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " networking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "networking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "networking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη