Μετάφραση του "neural" σε Ελληνικά
Οι νευρικός, involving a nerve or the system of nerves that includes the brain, νευρωνικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "neural" σε Ελληνικά.
neural
adjective
γραμματική
(biology) Of, or relating to the nerves, neurons or the nervous system. [..]
-
νευρικός
adjective masculineSomehow the neural cells for that time period have become accessible to me.
Με κάποιο τρόπο τα νευρικά κύτταρα αυτής της χρονικής περιόδου έγιναν προσβάσιμα σε μένα.
-
involving a nerve or the system of nerves that includes the brain
-
νευρωνικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " neural " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Neural
-
Νευρωνικός
Neural control on the ship's pilot.
Νευρωνικός έλεγχος στον πιλότο του πλοίου.
Φράσεις παρόμοιες με "neural" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίκτυο νεύρων
-
Νευρωνικό δίκτυο · δίκτυο νεύρων · νευρωνικό δίκτυο
-
τεχνητό νευρωνικό δίκτυο
-
Εγκεφαλικά κύματα
-
Νευρική Ακρολοφία
-
νευρική ώση
-
νευρωνικό μοντέλο
-
Νευρικός Σωλήνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη