Μετάφραση του "neutralism" σε Ελληνικά
Οι αδέσμευτη πολιτική, ουδετερότητα, πολιτική ουδετερότητας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "neutralism" σε Ελληνικά.
neutralism
noun
γραμματική
The state of being neutral; neutrality. [..]
-
αδέσμευτη πολιτική
-
ουδετερότητα
NounThis revenue neutrality should be achieved separately at departure and at arrival.
Η ουδετερότητα των εσόδων πρέπει να επιτυγχάνεται χωριστά κατά την αναχώρηση και κατά την άφιξη.
-
πολιτική ουδετερότητας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " neutralism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "neutralism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίκοινος, ανεξαρτήτως φύλου · ουδέτερος ως προς το φύλο
-
Δικτυακή Ουδετερότητα · δικτυακή ουδετερότητα
-
αγωγός ουδετέρου
-
Εθνικός Ύμνος του Τουρκμενιστάν
-
Αντιστάτης γείωσης ουδετέρου
-
γειωμένου ουδετέρου
-
άφυλος · αγενής · αδιάφορος · νεκρά · νεκρό σημείο · ουδέτερη χώρα · ουδέτερο · ουδέτερο σημείο · ουδέτερος · ουδετερόφιλος
-
ουδέτερος χαρακτήρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη