Μετάφραση του "neutralization" σε Ελληνικά
Οι εξουδετέρωση, ουδετεροποίηση, Εξουδετέρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "neutralization" σε Ελληνικά.
(American) Alternative spelling of neutralisation. [..]
-
εξουδετέρωση
feminineTo make a solution neutral by adding a base to an acidic solution, or an acid to a basic solution.
The products produced after neutralization should be practically or theoretically evaluated and reported.
Τα προϊόντα που παράγονται μετά από την εξουδετέρωση θα πρέπει να αξιολογούνται, πρακτικά ή θεωρητικά, και να αναφέρονται.
-
ουδετεροποίηση
To make a solution neutral by adding a base to an acidic solution, or an acid to a basic solution.
Just enough to neutralize the caffeic acid while still preserving the image.
Iδανική για ουδετεροποίηση του καφεϊκού οξέως, ενώ ακόμα διατηρεί την εικόνα.
-
Εξουδετέρωση
chemical reaction
The products produced after neutralization should be practically or theoretically evaluated and reported.
Τα προϊόντα που παράγονται μετά από την εξουδετέρωση θα πρέπει να αξιολογούνται, πρακτικά ή θεωρητικά, και να αναφέρονται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " neutralization " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Εξουδετέρωση
In Annex XIII, the title 'Proof that refining has taken place' is replaced by the following 'Neutralization and decolorization of olive oil in the laboratory'.
Στο παράρτημα XIII, ο τίτλος "Δοκιμή εξευγενισμού" αντικαθίσταται από τον τίτλο "Εξουδετέρωση και αποχρωματισμός του ελαιολάδου στο εργαστήριο".
Φράσεις παρόμοιες με "neutralization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίκοινος, ανεξαρτήτως φύλου · ουδέτερος ως προς το φύλο
-
Δικτυακή Ουδετερότητα · δικτυακή ουδετερότητα
-
αγωγός ουδετέρου
-
Εθνικός Ύμνος του Τουρκμενιστάν
-
Αντιστάτης γείωσης ουδετέρου
-
γειωμένου ουδετέρου
-
άφυλος · αγενής · αδιάφορος · νεκρά · νεκρό σημείο · ουδέτερη χώρα · ουδέτερο · ουδέτερο σημείο · ουδέτερος · ουδετερόφιλος
-
ουδέτερος χαρακτήρας