Μετάφραση του "newcomer" σε Ελληνικά

Οι νεοφερμένος, νιόφερτος, νεοφώτιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "newcomer" σε Ελληνικά.

newcomer noun γραμματική

One who has recently come to a community; a recent arrival. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεοφερμένος

    noun

    one who has recently arrived in a community

    You know, he's just got to show heart out there, especially'cause he's a newcomer.

    Ξέρεις πρέπει να δείξει θάρρος εκεί έξω ειδικά, επειδή είναι νεοφερμένος.

  • νιόφερτος

    one who has recently arrived in a community

  • νεοφώτιστος

    new participant in some activity

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νεοεισερχόμενος
    • νεόφυτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " newcomer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Newcomer proper

A surname.

+ Προσθήκη

"Newcomer" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Newcomer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "newcomer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη