Μετάφραση του "normalcy" σε Ελληνικά

Οι κανονικότητα, ομαλότητα, κανονικότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "normalcy" σε Ελληνικά.

normalcy noun γραμματική

(US) The state of being normal; the fact of being normal; normality. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονικότητα

    noun feminine

    state of being normal

  • ομαλότητα

    noun

    We need not nostrums but a return to normalcy. "

    Δεν έχουμε ανάγκη από γιατροσόφια αλλά ανάγκη από επιστροφή στην ομαλότητα. "

  • κανονικότης

    feminine

    state of being normal

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κανόνας
    • το φυσιολογικό
    • φυσιολογικός ρυθμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " normalcy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "normalcy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη