Μετάφραση του "norwegian" σε Ελληνικά

Οι νορβηγικός, νορβηγικά, νορβηγικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "norwegian" σε Ελληνικά.

norwegian
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νορβηγικός

    adjective

    But the Norwegian people, likely will not vote for our party.

    Ο νορβηγικός λαός, λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν θα δώσουν πάλι μια δεύτερη ευκαιρία στο κόμμα μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " norwegian " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Norwegian adjective noun proper γραμματική

The language of Norway. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νορβηγικά

    proper noun neuter n-p

    language of Norway [..]

    It is therefore for the Norwegian courts to guarantee judicial protection against those measures for those subject to them.

    Επομένως, απόκειται στα νορβηγικά δικαστήρια να εξασφαλίσουν τη δικαστική προστασία των υποκειμένων δικαίου έναντι των μέτρων αυτών.

  • νορβηγικός

    adjective

    But the Norwegian people, likely will not vote for our party.

    Ο νορβηγικός λαός, λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν θα δώσουν πάλι μια δεύτερη ευκαιρία στο κόμμα μου.

  • Νορβηγός

    noun masculine

    Like a Norwegian, but with the eyes of a madman.

    Σαν Νορβηγός, αλλά με τα μάτια ενός τρελού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Νορβηγικά
    • Νορβηγίδα
    • Νορβηγική

Εικόνες με "norwegian"

Φράσεις παρόμοιες με "norwegian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "norwegian" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη