Μετάφραση του "obfuscation" σε Ελληνικά
Οι συσκότιση, σύγχυση, σάστισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obfuscation" σε Ελληνικά.
(uncountable) The act or process of obfuscating, or obscuring the perception of something; the concept of concealing the meaning of a communication by making it more confusing and harder to interpret. [..]
-
συσκότιση
noun feminineconfusion, bewilderment, or a baffled state resulting from something obfuscated [..]
On the other hand, I object to the obfuscation of the concept of safe third countries.
Ωστόσο, αντιτίθεμαι στη συσκότιση της έννοιας των ασφαλών τρίτων χωρών.
-
σύγχυση
noun feminineconfusion, bewilderment, or a baffled state resulting from something obfuscated
He has also had to face the obfuscation and delays brought about by the Council.
Επίσης χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τη σύγχυση και τις καθυστερήσεις εκ μέρους του Συμβουλίου.
-
σάστισμα
(μτφ.)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκοτείνιασμα
- θόλωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obfuscation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "obfuscation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συσκοτιζω, θολωνω, συγχυζω ... To deliberately make more confusing in order to conceal the truth · Συσκοτιζω/θολωνω νοημα/πληροφορια/μηνυμα, συχνα σκοπιμα · αποκρύπτω · θολώνω · μπερδεύω · προκαλώ σύγχυση · σαστίζω · σκοτεινιάζω · συγχύζω · συσκοτίζω · υποκρύπτω
-
Συσκοτιζω, θολωνω, συγχυζω ... To deliberately make more confusing in order to conceal the truth · Συσκοτιζω/θολωνω νοημα/πληροφορια/μηνυμα, συχνα σκοπιμα · αποκρύπτω · θολώνω · μπερδεύω · προκαλώ σύγχυση · σαστίζω · σκοτεινιάζω · συγχύζω · συσκοτίζω · υποκρύπτω
-
Συσκοτιζω, θολωνω, συγχυζω ... To deliberately make more confusing in order to conceal the truth · Συσκοτιζω/θολωνω νοημα/πληροφορια/μηνυμα, συχνα σκοπιμα · αποκρύπτω · θολώνω · μπερδεύω · προκαλώ σύγχυση · σαστίζω · σκοτεινιάζω · συγχύζω · συσκοτίζω · υποκρύπτω