Μετάφραση του "observer" σε Ελληνικά

Οι παρατηρητής, παρατηρήτρια, τηρητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "observer" σε Ελληνικά.

observer noun γραμματική

One who makes observations, monitors or takes notice [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρατηρητής

    noun masculine

    person sent, as a representative, to a meeting or other function to monitor but not to participate [..]

    Where possible, it is advisable that the same observer evaluates the animals in a given test.

    Εφόσον είναι δυνατόν, συνιστάται να αξιολογεί ο ίδιος παρατηρητής όλα τα ζώα σε δεδομένη δοκιμασία.

  • παρατηρήτρια

    noun feminine

    person sent, as a representative, to a meeting or other function to monitor but not to participate [..]

    Maggie worked there as an observer, taking notes on my behavior.

    Η Μάγκι εργαζόταν εκεί ως παρατηρήτρια κρατώντας σημειώσεις για την συμπεριφορά μου.

  • τηρητής

    (νόμων, κανονισμών, εθίμων, κλπ.)
  • φύλακας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " observer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "observer"

Φράσεις παρόμοιες με "observer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αυτοματοποιημένο σύστημα επιφανειακής παρατήρησης
  • Παρατήρηση · διαπίστωση · εξέταση · παρακολούθηση · παρατήρηση · παρατηρητικότητα
  • Αυτοματοποιημένο σύστημα επιφανειακής παρατήρησης
  • εθιμοτυπία · παρακολούθηση · παρατήρηση · τήρηση · τελετή · υπακοή
  • αισθητός · αξιοσημείωτος · ευδιάκριτος · ορατός
  • θρησκευτικό έθιμο
  • παρατηρητήριο
  • δορυφόρος παρατηρήσεων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "observer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη