Μετάφραση του "observing" σε Ελληνικά
Οι προσεκτικός, παρατηρητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "observing" σε Ελληνικά.
observing
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of observe. [..]
-
προσεκτικός
adjective masculineHe recommends that the reform of the justice system should be observed more vigorously from the beginning of the accession process.
Συνιστά να παρακολουθείται πιο προσεκτικά η μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος από την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας.
-
παρατηρητικός
masculineLet's see if the observing husband can guess.
Ας δούμε αν ο παρατηρητικός σύζυγος μπορεί να μαντέψει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " observing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "observing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυτοματοποιημένο σύστημα επιφανειακής παρατήρησης
-
Παρατήρηση · διαπίστωση · εξέταση · παρακολούθηση · παρατήρηση · παρατηρητικότητα
-
Αυτοματοποιημένο σύστημα επιφανειακής παρατήρησης
-
εθιμοτυπία · παρακολούθηση · παρατήρηση · τήρηση · τελετή · υπακοή
-
αισθητός · αξιοσημείωτος · ευδιάκριτος · ορατός
-
θρησκευτικό έθιμο
-
παρατηρητήριο
-
δορυφόρος παρατηρήσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη