Μετάφραση του "occasionally" σε Ελληνικά
Οι περιστασιακά, ενίοτε, κατά καιρούς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occasionally" σε Ελληνικά.
From time to time; now and then; once in a while; at infrequent intervals. [..]
-
περιστασιακά
adverbfrom time to time; now and then; once in a while; at infrequent intervals
Karl would appear to me occasionally when I was exhausted or otherwise beat.
O Kαρλ εμφανιζόταν περιστασιακά, όταν ήμουν εξαντλημένος ή ένιωθα τσακισμένος.
-
ενίοτε
adverbHowever, the Court has occasionally contradicted itself in this regard.
Εντούτοις, παρατηρείται ότι το ίδιο το Δικαστήριο έχει υποπέσει ενίοτε σε αντιφάσεις ως προς το θέμα αυτό.
-
κατά καιρούς
Relations with the Ombudsman have occasionally given rise to differences of opinion.
Οι σχέσεις με τον Διαμεσολαβητή έχουν οδηγήσει κατά καιρούς σε διάσταση απόψεων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μια στο τόσο
- πού και πού
- σποραδικά
- συμπτωματικά
- κάπου-κάπου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " occasionally " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "occasionally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακανόνιστος · αραιός · περιστασιακός · σποραδικός · τυχαίος
-
ακανόνιστος · αραιός · περιστασιακός · σποραδικός · τυχαίος