Μετάφραση του "occlusive" σε Ελληνικά

Το κλειστός είναι η μετάφραση του "occlusive" σε Ελληνικά.

occlusive noun adjective γραμματική

That tends to occlude. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλειστός

    adjective

    The use of Protopic ointment under occlusion has not been studied in patients

    Δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς η χρήση της αλοιφής Protopic υπό κλειστή επίδεση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " occlusive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "occlusive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγγειοαποφρακτικός
  • αποφραξη, εμφραξη ... κλεισιμο, βουλωμα · απόφραξη · βούλωμα · θερμοκρασιακή αναστροφή · κλείσιμο · φράξιμο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "occlusive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη