Μετάφραση του "Occupancy" σε Ελληνικά

Οι Κατάληψη, κατοχή, χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Occupancy" σε Ελληνικά.

Occupancy
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατάληψη

    Track occupation caused by the lateness of the same train

    Κατάληψη της τροχιάς λόγω καθυστέρησης του ιδίου συρμού

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Occupancy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

occupancy noun γραμματική

The act of occupying, the state of being occupied or the state of being an occupant or tenant [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοχή

    noun feminine

    She would have bankrupted me if the occupation had lasted longer.

    Θα με είχε χρεωκοπήσει αν η κατοχή κρατούσε ακόμα.

  • χρήση

    noun

    The second phase was to encompass bringing the first building to full occupancy by the end of 2012.

    Το δεύτερο στάδιο περιελάμβανε την παράδοση του πρώτου κτιρίου προς πλήρη χρήση έως το τέλος του 2012.

  • χωρητικότητα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νομή
    • πληρότητα

Φράσεις παρόμοιες με "Occupancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Occupancy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη