Μετάφραση του "occupation" σε Ελληνικά

Οι κατοχή, απασχόληση, κατάληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occupation" σε Ελληνικά.

occupation noun γραμματική

An activity or task with which one occupies oneself; usually specifically the productive activity, service, trade, or craft for which one is regularly paid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοχή

    noun feminine

    control of a country or region by a hostile army [..]

    She would have bankrupted me if the occupation had lasted longer.

    Θα με είχε χρεωκοπήσει αν η κατοχή κρατούσε ακόμα.

  • απασχόληση

    noun feminine

    activity or task with which one occupies oneself

    He considers that this secondary occupation would "promote connections between European research and the money markets".

    Routti, η παράλληλη αυτή απασχόληση θα συμβάλει στη "βελτίωση των δεσμών της κοινοτικής έρευνας με την χρηματοπιστωτική αγορά".

  • κατάληψη

    noun feminine

    act, process or state of possessing a place

    Tomorrow our division is celebrating the successful occupation of Nanking.

    Αύριο θα γιορτάσουμε την επιτυχή κατάληψη του Ναντζίνγκ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επάγγελμα
    • ασχολία
    • εργασία
    • jobs
    • Κατάληψη
    • ενασχόληση
    • δουλειά
    • έργο
    • κατάληψη, επάγγελμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " occupation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "occupation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "occupation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη