Μετάφραση του "occupant" σε Ελληνικά

Οι κάτοχος, ένοικος, κάτοικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "occupant" σε Ελληνικά.

occupant noun γραμματική

A person who occupies a place or a position. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάτοχος

    noun masculine m;f masculine;feminine

    owner or tenant [..]

    The other occupant of the stalls was Blondie.

    O κάτοχος της άλλης θέσης ήταν ο Ξανθός.

  • ένοικος

    noun m;f masculine;feminine

    owner or tenant [..]

    Markedly better than the last occupant of that table.

    Σημαντικά καλύτερες από ο τελευταίος ένοικος του εν λόγω πίνακα.

  • κάτοικος

    noun masculine, feminine

    As with the people of the inland delta, fishing is their chief occupation.

    Όπως συμβαίνει με τους κατοίκους του εσωτερικού δέλτα, το ψάρεμα είναι η κύρια ασχολία τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " occupant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "occupant"

Φράσεις παρόμοιες με "occupant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "occupant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη