Μετάφραση του "official document" σε Ελληνικά

Οι επίσημο έγγραφο, πράξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "official document" σε Ελληνικά.

official document noun

(law) a document that states some contractual relationship or grants some right

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίσημο έγγραφο

    noun neuter

    This Directive is without prejudice to the principle of public access to official documents.

    Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την αρχή της πρόσβασης του κοινού στα επίσημα έγγραφα.

  • πράξη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " official document " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "official document" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη