Μετάφραση του "offset" σε Ελληνικά

Οι όφσετ, συμψηφίζω, αντισταθμίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offset" σε Ελληνικά.

offset verb noun γραμματική

Anything that acts as counterbalance; a compensating equivalent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όφσετ

    neuter

    Since he's come here, I've bought a new press and I could buy an offset too.

    Από τότε που ήρθε αγόρασα μια καινούρια μηχανή και θα μπορέσω να αγοράσω όφσετ.

  • συμψηφίζω

    If a transferred asset continues to be recognised, the asset and the associated liability shall not be offset.

    Αν ένα μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο συνεχίσει να αναγνωρίζεται, το περιουσιακό στοιχείο και η συνδεδεμένη υποχρέωση δεν θα συμψηφίζονται.

  • αντισταθμίζω

    verb

    The interest rate risks that arise from borrowings are generally offset by equivalent loans in terms and conditions.

    Οι κίνδυνοι επιτοκίου που προκύπτουν από δανειοληπτικές πράξεις αντισταθμίζονται από δανειοδοτικές πράξεις με ισοδύναμους όρους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντιστάθμισμα
    • αντισταθμιζω
    • συμψηφισμένος
    • βλαστός
    • αρχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offset " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Offset
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μετατόπιση, απόκλιση, αντισταθμίζω

Εικόνες με "offset"

Φράσεις παρόμοιες με "offset" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offset" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη