Μετάφραση του "offsetting" σε Ελληνικά

Το συμψηφισμός είναι η μετάφραση του "offsetting" σε Ελληνικά.

offsetting noun verb γραμματική

Present participle of offset. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμψηφισμός

    Recovery of benefits provided but not due, recovery of provisional payments and contributions, offsetting and assistance with recovery

    Ανάκτηση παροχών που έχουν εισπραχθεί αχρεωστήτως, ανάκτηση προσωρινών πληρωμών, συμψηφισμός, συνδρομή στον τομέα της είσπραξης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offsetting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "offsetting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offsetting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη