Μετάφραση του "offshoring" σε Ελληνικά
Το μετεγκατάσταση είναι η μετάφραση του "offshoring" σε Ελληνικά.
offshoring
noun
verb
γραμματική
Present participle of offshore. [..]
-
μετεγκατάσταση
noun feminineThere are those who were anxious about carbon leakage or the offshoring of European jobs, well before the financial crisis.
Υπάρχουν εκείνοι που ανησυχούσαν για τη διαρροή άνθρακα ή για τη μετεγκατάσταση των ευρωπαϊκών θέσεων εργασίας πολύ πριν από την οικονομική κρίση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " offshoring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "offshoring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πετρέλαιο μηχανών
-
γεώτρηση πετρελαίου ανοικτής θαλάσσης
-
υποθαλάσσια γεώτρηση
-
θαλάσσια εξόρυξη
-
εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας
-
αρόδου · εξωχώριος · παράκτιος · πλωτός · στα ανοιχτά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη