Μετάφραση του "offshore" σε Ελληνικά

Οι αρόδου, εξωχώριος, παράκτιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offshore" σε Ελληνικά.

offshore adjective verb adverb γραμματική

Moving away from the shore. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρόδου

    adjective adverb

    at some distance from the shore [..]

    Bunkers and stores supplied to vessels in port are excluded, but bunker oil shipped to vessels offshore is included.

    Ενώ ο ανεφοδιασμός σκαφών με πετρέλαιο και εφόδια στο λιμάνι εξαιρείται, ο ανεφοδιασμός με πετρέλαιο σκαφών που είναι αρόδου περιλαμβάνεται.

  • εξωχώριος

    adjective masculine

    located in another country

    The offshore sector comprises exempt companies and qualifying companies, the legislation for which will be repealed as part of the reform.

    Ο εξωχώριος τομέας περιλαμβάνει τις απαλλασσόμενες εταιρείες και τις εταιρείες ειδικού φορολογικού καθεστώτος, ενώ η σχετική νομοθεσία θα καταργηθεί στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης.

  • παράκτιος

    επίθετο αρσενικό

    που βρίσκεται στα ανοικτά της ακτής

    D'Angelo helped Couvreur move some of his money offshore.

    Ενισχυμένη D'Angelo κίνηση Couvreur μερικά από τα χρήματά του παράκτια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στα ανοιχτά
    • πλωτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offshore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "offshore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offshore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη