Μετάφραση του "oldness" σε Ελληνικά
Το παλαιότητα είναι η μετάφραση του "oldness" σε Ελληνικά.
oldness
noun
γραμματική
The state of being old; age. [..]
-
παλαιότητα
ancientness
Lack of solubility suggested it was a very old blood sample.
Η έλλειψη διαλυτότητας φανερώνει την παλαιότητα του δείγματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oldness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oldness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παλαιοημερολογίτης
-
αιωνόβιος · εκατονταετής
-
αγριοκούνελο
-
στα γηρατειά · στην τρίτη ηλικία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη