Μετάφραση του "oldster" σε Ελληνικά
Οι γέρος, ηλικιωμένος, γέροντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oldster" σε Ελληνικά.
oldster
noun
γραμματική
Someone who is old aged [..]
-
γέρος
noun -
ηλικιωμένος
noun masculine -
γέροντας
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γεροντάκι
- γριά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oldster " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη