Μετάφραση του "operable" σε Ελληνικά

Οι εγχειρήσιμος, πρακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "operable" σε Ελληνικά.

operable adjective γραμματική

Able to be operated or used [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχειρήσιμος

    Even if the tumour's not operable, she has a real chance.

    Ακόμα κι αν ο όγκος δεν είναι εγχειρήσιμος, έχει πραγματικές ελπίδες.

  • πρακτικός

    They therefore affect the operation of the internal market.

    Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή επηρεάζει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " operable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "operable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "operable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη