Μετάφραση του "operate" σε Ελληνικά

Οι λειτουργώ, χειρίζομαι, ενεργώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "operate" σε Ελληνικά.

operate verb γραμματική

To perform a work or labour; to exert power or strength, physical or mechanical; to act. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λειτουργώ

    verb

    The transmitters in the communication room are still probably operable.

    Οι πομποί στο δωμάτιο επικοινωνίας, μάλλον λειτουργούν ακόμα.

  • χειρίζομαι

    verb

    The basic parameter specifies the labelling of equipment and facilities on vehicles operated by railway staff.

    Η βασική παράμετρος καθορίζει την επισήμανση του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων επί οχημάτων τα οποία χειρίζεται σιδηροδρομικό προσωπικό.

  • ενεργώ

    verb

    On the contrary, these individuals operate through precision and efficiency.

    Αντιθέτως. Αυτά τα άτομα ενεργούν με ακρίβεια και αποδοτικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εργάζομαι
    • διευθύνω
    • δρω
    • εγχειρίζω
    • ανοίγω
    • απασχολώ
    • εγχειρώ
    • τέμνω
    • διαχειρίζομαι
    • δραστηριοποιούμαι
    • κινούμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " operate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "operate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "operate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη