Μετάφραση του "oppressive" σε Ελληνικά
Οι καταπιεστικός, καταθλιπτικός, ανελεύθερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oppressive" σε Ελληνικά.
oppressive
adjective
γραμματική
Burdensome or difficult to bear. [..]
-
καταπιεστικός
To me, marriage is an archaic and oppressive institution that should a been abolished years ago.
Για μένα ο γάμος είναι ένας αρχαϊκός και καταπιεστικός θεσμός που θα'πρεπε να έχει καταργηθεί χρόνια πριν.
-
καταθλιπτικός
-
ανελεύθερος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oppressive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oppressive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέσο καταπίεσης
-
βασανίζω · καταδυναστεύω · καταπιέζω · σφίγγω
-
καταδυνάστευση · καταπίεση
-
καταπιεζόμενος · καταπιεσμένος
-
βασανίζω · καταδυναστεύω · καταπιέζω · σφίγγω
-
βασανίζω · καταδυναστεύω · καταπιέζω · σφίγγω
-
καταδυνάστευση · καταπίεση
-
βασανίζω · καταδυναστεύω · καταπιέζω · σφίγγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη