Μετάφραση του "order" σε Ελληνικά

Οι διαταγή, παραγγελία, σειρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "order" σε Ελληνικά.

order verb noun γραμματική

To set in (any) order (1). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαταγή

    noun feminine

    command [..]

    I am sorry. This is an order from above.

    Λυπάμαι αλλά είναι διαταγή μου από τους ανωτέρους μου.

  • παραγγελία

    noun feminine

    request for some product or service [..]

    Please cancel my order and refund the money.

    Παρακαλώ ακυρώστε την παραγγελία μου και επιστρέψτε τα χρήματα.

  • σειρά

    noun feminine

    good arrangement

    You have to change the word order.

    Πρέπει να αλλάξετε τη σειρά των λέξεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τάγμα
    • εντολή
    • τάξη
    • παραγγέλνω
    • διατάζω
    • διατάσσω
    • ένταλμα
    • κανονίζω
    • παραγγέλλω
    • διάταξη
    • τάξι
    • σύστημα
    • κανόνας
    • βαθμός
    • διάταγμα
    • καθορίζω
    • προσταγή
    • παράσημο
    • προστάζω
    • άγω
    • τακτοποιώ
    • Τάξη
    • ταξινομώ
    • ακολουθία
    • ταξινόμηση
    • προμήθεια
    • κυβερνώ
    • βαθμολογώ
    • διαταγην
    • επιβάλλομαι
    • διευθετώ
    • λέσχη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " order " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Order noun

(usually plural) the status or rank or office of a Christian clergyman in an ecclesiastical hierarchy; "theologians still disagree over whether `bishop' should or should not be a separate Order"

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τάξη, σειρά, εντολή, παραγγελία

Εικόνες με "order"

Φράσεις παρόμοιες με "order" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "order" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη