Μετάφραση του "restraining order" σε Ελληνικά

Οι απαγόρευση προσέγγισης, περιοριστικά μέτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restraining order" σε Ελληνικά.

restraining order noun γραμματική

(law) An order issued by a court of law or other legal authority forbidding a party to take a specified action until certain conditions are fulfilled. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαγόρευση προσέγγισης

  • περιοριστικά μέτρα

    I forgive you for the whole restraining order thing.

    Σε συγχωρώ για το θέμα με τα περιοριστικά μέτρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restraining order " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restraining order" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη