Μετάφραση του "overarching" σε Ελληνικά

Οι γενικότερος, κυριότερος, που προέχει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overarching" σε Ελληνικά.

overarching adjective verb γραμματική

Present participle of overarch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενικότερος

  • κυριότερος

  • που προέχει

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρωταρχικός
    • συνολικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overarching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overarching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη