Μετάφραση του "overload" σε Ελληνικά

Οι υπερφόρτωση, υπερφορτώνω, επιβαρύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overload" σε Ελληνικά.

overload verb noun γραμματική

(transitive) to load excessively [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερφόρτωση

    noun feminine

    excessive load [..]

    The main infringement committed is overloading the vehicle.

    Η κυριότερη παράβαση που διαπράττεται είναι η υπερφόρτωση του οχήματος.

  • υπερφορτώνω

    verb

    Each of those wires is protected by a copper sheath which I'm overloading with 110 volts of electricity.

    Κάθε καλώδιο προστατεύεται από ένα χάλκινο περίβλημα, το οποίο υπερφορτώνω με 110 βολτ ηλεκτρικού ρεύματος.

  • επιβαρύνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραφορτώνω
    • ζορίζω
    • υπερβολικός φόρτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overload " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Overload

Overload (Chinese rock band)

+ Προσθήκη

"Overload" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Overload στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "overload" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overload" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη