Μετάφραση του "overloading" σε Ελληνικά

Το υπερφόρτωση είναι η μετάφραση του "overloading" σε Ελληνικά.

overloading noun verb γραμματική

Present participle of overload. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερφόρτωση

    noun feminine

    The main infringement committed is overloading the vehicle.

    Η κυριότερη παράβαση που διαπράττεται είναι η υπερφόρτωση του οχήματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overloading " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "overloading" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overloading" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη