Μετάφραση του "owing" σε Ελληνικά

Το λόγω είναι η μετάφραση του "owing" σε Ελληνικά.

owing adjective verb γραμματική

Still to be paid; owed as a debt. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγω

    However, the appropriations have been frozen again owing to 'problems' in the certification procedure.

    Όμως τα κονδύλια «πάγωσαν» πάλι λόγω «προβλημάτων» στη διαδικασία πιστοποίησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " owing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "owing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ένεκα · γιατί · διότι · εξαιτίας · επειδή · λόγω
  • Σύστημα υπηρεσιακού κυκλώματος
  • ow
    αχ · ωχ
  • αχρεώστητος
  • owe
    οφείλω · χρωστάω · χρωστώ
  • χρωστάω
  • χρωστάω
  • owe
    οφείλω · χρωστάω · χρωστώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "owing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη