Μετάφραση του "owing" σε Ελληνικά
Το λόγω είναι η μετάφραση του "owing" σε Ελληνικά.
owing
adjective
verb
γραμματική
Still to be paid; owed as a debt. [..]
-
λόγω
However, the appropriations have been frozen again owing to 'problems' in the certification procedure.
Όμως τα κονδύλια «πάγωσαν» πάλι λόγω «προβλημάτων» στη διαδικασία πιστοποίησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " owing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη