Μετάφραση του "palpate" σε Ελληνικά

Οι ψηλαφώ, ψηλαφίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palpate" σε Ελληνικά.

palpate adjective verb γραμματική

to examine, or otherwise explore, (usually an area or organ of the human body) by feeling it [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψηλαφώ

    verb
  • ψηλαφίζω

    verb

    I can palpate the tumor.

    Μπορώ να ψηλαφίσει τον όγκο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " palpate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "palpate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ψαύση · ψηλάφηση · ψηλάφιση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "palpate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη