Μετάφραση του "paperclip" σε Ελληνικά

Οι συνδετήρας, κλιπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paperclip" σε Ελληνικά.

paperclip verb noun γραμματική

Alternative spelling of paper clip. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδετήρας

    noun masculine

    When you shake the test tube, the paperclip will damage some of your blood cells.

    Όταν κουνήσεις το δοκιμαστικό σωλήνα, ο συνδετήρας θα καταστρέψει κάποια από τα αιμοσφαίρια.

  • κλιπ

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paperclip " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "paperclip"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paperclip" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη