Μετάφραση του "pauperism" σε Ελληνικά
Οι απορία, ανάγκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pauperism" σε Ελληνικά.
pauperism
noun
γραμματική
The state of being a pauper; poverty [..]
-
απορία
noun feminineέλλειψη οικονομικών πόρων
-
ανάγκη
noun feminineYes, well, the Cosgroves were hardly paupers.
Ναι, το σόι του δεν είχε ανάγκη από χρήματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pauperism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pauperism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάγκη · εξαθλίωση
-
άπορος · ζητιάνος · πένης · φτωχοφαμελίτης
-
άπορος · ζητιάνος · πένης · φτωχοφαμελίτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη