Μετάφραση του "pause" σε Ελληνικά

Οι παύση, διακοπή, σταματώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pause" σε Ελληνικά.

pause verb noun γραμματική

To interrupt current work and do something else for a moment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παύση

    noun feminine

    I'm going to pause there. I'm going to ask you for your courage.

    Θα κάνω μία παύση. Θα ζητήσω το θάρρος σας.

  • διακοπή

    noun feminine

    Two weeks and nine months, before the pause.

    Δύο εβδομάδες και εννιά μήνες πριν απ'την διακοπή.

  • σταματώ

    verb

    The man with the orange pauses, speaks quickly to two men.

    Αύτός μέ τό πορτοκάλι σταματάει, καί μιλάει γρήγορα σέ δύο άλλους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοντοστέκομαι
    • διάλειμμα
    • διστάζω
    • παύω
    • παύλα
    • ανάπαυλα
    • κομπιάζω
    • παύω για λίγο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pause noun γραμματική

A button whose functions are pausing and resuming something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παύση

    A button in a Video conversation window that temporarily stops the video feed in the current video conversation. The infotip for this button toggles between 'Pause' and 'Restart this video feed.'

    Pause for rhythm checks.

    Παύση για τους ελέγχους ρυθμό.

  • Παύση, προσωρινή διακοπή

Εικόνες με "pause"

Φράσεις παρόμοιες με "pause" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη