Μετάφραση του "peerless" σε Ελληνικά
Οι ασύγκριτος, απαράμιλλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peerless" σε Ελληνικά.
peerless
adjective
γραμματική
Without peer or equal; unparalleled, nonpareil. Of the highest quality, best. [..]
-
ασύγκριτος
-
απαράμιλλος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peerless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη