Μετάφραση του "peeve" σε Ελληνικά
Οι ενόχληση, τσαντίζω, πειράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peeve" σε Ελληνικά.
peeve
verb
noun
γραμματική
An annoyance or grievance. [..]
-
ενόχληση
nounThat's a Federal offense and a personal pet peeve.
Είναι ομοσπονδιακό αδίκημα και προσωπική ενόχληση.
-
τσαντίζω
verb -
πειράζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peeve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "peeve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άχτι · έγνοια · αμαρτία · βάσανο · δράμα · ζαλάδα · μπελάς · παράπονο · πονοκέφαλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη