Μετάφραση του "pendent" σε Ελληνικά

Οι κρεμάμενος, πολυέλαιος, πολύφωτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pendent" σε Ελληνικά.

pendent adjective noun γραμματική

Dangling, drooping or suspended. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεμάμενος

  • πολυέλαιος

    noun masculine
  • πολύφωτο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pendent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pendent"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pendent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη