Μετάφραση του "percept" σε Ελληνικά

Οι αντίληψη, αίσθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "percept" σε Ελληνικά.

percept noun γραμματική

(psychology, philosophy, now rare) Something perceived; the object of perception. [from 19th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίληψη

    noun feminine

    The financial crisis has increased the perception of unequal opportunities and unfair burden-sharing in society.

    Η οικονομική κρίση έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι υπάρχει ανισότητα ευκαιριών και άδικη κατανομή των βαρών στην κοινωνία.

  • αίσθηση

    noun feminine

    The previous aid already distorts the economic circumstances, creating a perception of continued State support.

    Η προηγούμενη ενίσχυση στρεβλώνει ήδη τις οικονομικές συνθήκες, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς κρατικής στήριξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " percept " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Percept
+ Προσθήκη

"Percept" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Percept στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "percept" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "percept" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη