Μετάφραση του "perception" σε Ελληνικά

Οι αντίληψη, αίσθηση, διορατικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perception" σε Ελληνικά.

perception noun γραμματική

Conscious understanding of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίληψη

    noun feminine

    that which is detected by the five senses [..]

    The financial crisis has increased the perception of unequal opportunities and unfair burden-sharing in society.

    Η οικονομική κρίση έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι υπάρχει ανισότητα ευκαιριών και άδικη κατανομή των βαρών στην κοινωνία.

  • αίσθηση

    noun feminine

    that which is detected by the five senses

    The previous aid already distorts the economic circumstances, creating a perception of continued State support.

    Η προηγούμενη ενίσχυση στρεβλώνει ήδη τις οικονομικές συνθήκες, δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς κρατικής στήριξης.

  • διορατικότητα

    noun feminine

    that which is detected by the five senses

    It's good to know that at my advanced age there is still respect for wisdom and perception.

    Είναι καλό να ξέρω ότι στην προχωρημένη μου ηλικία... υπάρχει ακόμη σεβασμός για σοφία και διορατικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όραση
    • Αντίληψη
    • διαίσθηση
    • αντιληπτικότητα
    • αισθητήριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perception " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Perception
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντίληψη, διαίσθηση

Φράσεις παρόμοιες με "perception" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perception" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη