Μετάφραση του "permitting" σε Ελληνικά

Οι επιτρέποντας, χορήγηση αδείας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "permitting" σε Ελληνικά.

permitting noun verb γραμματική

Present participle of permit . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτρέποντας

    particle

    It has a humane face to it in that it will permit visits to families for weddings, funerals and illnesses.

    Διαθέτει και ανθρώπινο πρόσωπο επιτρέποντας τις επισκέψεις οικογενειών για γάμους, κηδείες και ασθένειες.

  • χορήγηση αδείας

    noun

    Any process of granting and certifying legal or administrative permission to a person or organization to pursue some occupation or to perform some activity or business. (Source: BLD)

    All abstraction from groundwater and surface water (except if of insignificant impact) will require a permit.

    Ταυτόχρονα, η οποιασδήποτε μορφής απάντλησηπόγειων ή επιφανειακώνδάτων (εκτός εκείνων που παρουσιάζουν ασήμαντες επιπτώσεις) θαπόκεινται στην χορήγηση αδείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " permitting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "permitting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "permitting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη