Μετάφραση του "permit" σε Ελληνικά

Οι επιτρέπω, άδεια, δέχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "permit" σε Ελληνικά.

permit verb noun γραμματική

(now archaic, rare) To hand over, resign (something to someone). [from 15th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτρέπω

    verb

    The displacement of a movable part of the vehicle is permitted to fulfil this requirement.

    Για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής επιτρέπεται η μετακίνηση ενός κινητού μέρους του οχήματος.

  • άδεια

    noun feminine

    Where appropriate, the competent authority shall update the permit.

    Εφόσον ενδείκνυται, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την άδεια.

  • δέχομαι

    verb

    From the outset of the conflict, only humanitarian assistance has been permitted from outside Indonesia.

    Από την έναρξη της σύγκρουσης, η Ινδονησία έχει δεχθεί μόνο ανθρωπιστική βοήθεια από το εξωτερικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • allow,tolerate,ανεχομαι
    • εγκρίνω
    • αφήνω
    • άδεια , επιτρέπω
    • ανέχομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " permit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Permit
+ Προσθήκη

"Permit" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Permit στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "permit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "permit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη