Μετάφραση του "persistent" σε Ελληνικά

Οι επίμονος, αδιάκοπος, μόνιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persistent" σε Ελληνικά.

persistent adjective γραμματική

Obstinately refusing to give up or let go. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίμονος

    adjective masculine

    refusing to give up [..]

    Well, he left his number and seemed quite persistent.

    Ε, λοιπόν, άφησε τον αριθμό του και φάνηκε και πολύ επίμονος.

  • αδιάκοπος

    adjective
  • μόνιμος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έμμονος
    • επιμένων
    • ανθεκτικός
    • διαιωνιζόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " persistent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Persistent
+ Προσθήκη

"Persistent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Persistent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "persistent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "persistent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη