Μετάφραση του "persisting" σε Ελληνικά
Το εμμένοντας είναι η μετάφραση του "persisting" σε Ελληνικά.
persisting
adjective
verb
Present participle of persist. [..]
-
εμμένοντας
They have responded, not by resorting to violence or rebellion, but by discreetly persisting in the preaching work.—Matthew 24:14.
Αντέδρασαν, όχι καταφεύγοντας στη βία ή στην εξέγερση, αλλά εμμένοντας με διακριτικότητα στο έργο κηρύγματος.—Ματθαίος 24:14.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " persisting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "persisting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λερναίο
-
θηριώδης · λερναίος
-
διατηρούμενα δεδομένα
-
μόνιμο cookie
-
επίμονα
-
έμμονος · αδιάκοπος · ανθεκτικός · διαιωνιζόμενος · επίμονος · επιμένων · μόνιμος
-
ανθεκτικός οργανικός ρύπος
-
έντονη επιμονή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη