Μετάφραση του "pertinence" σε Ελληνικά

Οι συνάφεια, σχέση, καταλληλότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pertinence" σε Ελληνικά.

pertinence noun γραμματική

The quality of being pertinent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάφεια

    noun feminine

    the quality of being pertinent

    The mid-term evaluation examines the pertinence and the first results and impact of the activities of the programme.

    Η ενδιάμεση αξιολόγηση εξετάζει τη συνάφεια και τα πρώτα αποτελέσματα και τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων του προγράμματος.

  • σχέση

    noun feminine

    Okay, none of this is pertinent to the investigation.

    Εντάξει. Αυτό δεν έχει σχέση με την έρευνα.

  • καταλληλότητα

    noun

    The Commission should give due consideration to the pertinence of eligibility conditions for such measures.

    Η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει με τη δέουσα προσοχή την καταλληλότητα των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας για τα εν λόγω μέτρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pertinence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pertinence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · αρμόδιος · αρμόζων · συναφής · συναφής με ένα θέμα · σχετικός
  • σχέση
  • · αρμόδιος · αρμόζων · συναφής · συναφής με ένα θέμα · σχετικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pertinence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη