Μετάφραση του "pertinency" σε Ελληνικά

Το σχέση είναι η μετάφραση του "pertinency" σε Ελληνικά.

pertinency noun γραμματική

The quality of being pertinent to the matter at hand; relevance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέση

    noun feminine

    Okay, none of this is pertinent to the investigation.

    Εντάξει. Αυτό δεν έχει σχέση με την έρευνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pertinency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pertinency
+ Προσθήκη

"Pertinency" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pertinency στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "pertinency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · αρμόδιος · αρμόζων · συναφής · συναφής με ένα θέμα · σχετικός
  • καταλληλότητα · συνάφεια · σχέση
  • · αρμόδιος · αρμόζων · συναφής · συναφής με ένα θέμα · σχετικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pertinency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη