Μετάφραση του "phenylacetone" σε Ελληνικά
Το Φαινυλοπροπανόνη είναι η μετάφραση του "phenylacetone" σε Ελληνικά.
phenylacetone
noun
γραμματική
(organic chemistry) An organic compound, a clear oil used in the manufacture of methamphetamine and amphetamine. [..]
-
Φαινυλοπροπανόνη
χημική ένωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " phenylacetone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη