Μετάφραση του "phenotype" σε Ελληνικά

Οι φαινότυπος, Φαινότυπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "phenotype" σε Ελληνικά.

phenotype verb noun γραμματική

(genetics) The appearance of an organism based on a multifactorial combination of genetic traits and environmental factors, especially used in pedigrees. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαινότυπος

    masculine

    appearance of organism

    The phenotype of red cells used in the control of blood typing reagents listed above should be confirmed using established device.

    Ο φαινότυπος των ερυθρών αιμοσφαιρίων που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του ελέγχου των προαναφερθέντων αντιδραστηρίων προσδιορισμού της ομάδας αίματος πρέπει να επικυρώνεται με χρήση εγκεκριμένου βοηθήματος.

  • Φαινότυπος

    classification system used to categorize organisms based on their appearance

    Phenotype is the observable characteristics of an organism determined by the interaction of its genes with its environment.

    Φαινότυπος : τα αντιληπτά χαρακτηριστικά ενός οργανισμού τα οποία καθορίζονται από την αλληλεπίδραση των γονιδίων του με το περιβάλλον του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phenotype " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phenotype" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη